Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαργαρίτα Καραπάνου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαργαρίτα Καραπάνου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2012

Η Μαργαρίτα Καραπάνου & ο Πικάσσο




Γράφει η Μαργαρίτα Καραπάνου στο «Μήπως;» για την συνάντησή της με τον Πικάσο όταν ήταν οκτώ χρονών:

«Μια μέρα πήγαμε εκδρομή στην εξοχή, «να γνωρίσεις έναν διάσημο ζωγράφο», είπε η μαμά μου. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη σκηνή που τον συνάντησα και πώς τον θαύμασα. Είχε σαράντα πέντε βαθμούς τρεις η ώρα το μεσημέρι. Ήταν καλοκαίρι. Πολλή ζέστη. Όπως κι εδώ στους καλοκαιρινούς μήνες. Και τρεις η ώρα το μεσημέρι ήταν αυτός έξω στη βεράντα και ζωγράφιζε, γυμνός από πάνω, και δούλευε στους σαράντα πέντε βαθμούς. Αυτό δεν θα το ξεχάσω ποτέ μου.»

Ομφαλοί του ερέβους

   Σκέφτομαι τον λογοτέχνη και διανοούμενο Περικλή Γιαννόπουλο που φέρεται να είχε πει: «Ξεκινάτε λοιπόν και πηγαίνετε για να διδαχθείτε τις τέχνες του φωτός, στα κέντρα του σκότους. Σε αυτό τον ομφαλό ερέβους, το Μόναχο. Ενώ όλοι οι μεγάλοι βόρειοι που είπαν και έγραψαν κάτι, κατεβαίνουν στην Ιταλία για να δουν το φως» και αναπόφευκτα έρχεται στο μυαλό μου το περιστατικό που περιγράφει η άλλη λογοτέχνης, η Μαργαρίτα Καραπάνου. 

   Λέει λοιπόν η Μαργαρίτα Καραπάνου:
«Όταν μέναμε στο Παρίσι, ο Αλμπέρ Καμί ερχόταν τα βράδια να πάρει τη μαμά να φάνε έξω. Ήμουνα μικρή. Έξι εφτά χρονών. Και τη μόνη φράση που μου 'λεγε ήταν: «Pauvre Margeurite» (Καημένη Μαργαρίτα). Η μόνη φράση, αλλά με πολλή γλύκα: «Pauvre Margeurite». Κάθε βράδυ το ίδιο. Δεν μου 'χε πει ποτέ τίποτ' άλλο. Μήπως επειδή ήμουνα στο Παρίσι; Αυτός λάτρευε τον ήλιο. Ο «Ξένος». Λάτρευε τη Μεσόγειο αυτός. Και στο Παρίσι αισθανόταν πάντα σαν σε φυλακή ο Αλμπέρ Καμί. Και μήπως εννοούσε ότι επειδή βρισκόμουν σ' αυτό το σκοτεινό μέρος είμαι «pauvre Margeurite»; Ίσως αυτό να εννοούσε.»

(Μαργαρίτα Καραπάνου & Φωτεινή Τσαλίκογλου, Μήπως;, Ωκεανίδα, 2006, σ. 98)

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2012

Για τον μόχθο του καλλιτέχνη

«Το πρωί εμφανίζεται η Κυρία Cynthia μές στη μεταξωτή ρόμπα της με τους δράκους και η Ματίνα φέρνει τον ασημένιο δίσκο με το μπρέκφαστ, τον ακουμπάει στο τραπέζι και ρωτάει: "Κυρία Cynthia, με θέλετε τίποτ' άλλο; Αλλιώς να πάω να ζωγραφίσω." Είναι κι αυτό το σαράκι που με τρώει: η Κυρία Cynthia, που έχει γκαλερί, έκανε τη Ματίνα μας ζωγράφο. Από κει που έβοσκε τα πρόβατα, τώρα κάνει εκθέσεις στο Παρίσι και της βγάλανε και βιβλίο, ένα εξώφυλλο κατάμαυρο που γράφει στα ξένα: Matina. Ναίφ τη λέει η κυρία Cynthia, θα 'ναι ψευδώνυμο.»

(Μαργαρίτα Καραπάνου, Ο Υπνοβάτης)

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2012

Για την πρωτοπορία

«Και πριν έρθω εδώ έζησα έξι μήνες σ' ένα squat, ήταν ένα εγκαταλειμμένο εργοστάσιο, το καταλάβαμε hippys και καλλιτέχνες, κανείς δεν είχε το δικαίωμα να μας διώξει. Εκεί που ήμουνα εγώ δεν είχε ούτε νερό, ούτε τουαλέτες, κοιμόμασταν χάμω και για θέρμανση ανάβαμε εφημερίδες, οι ζωγράφοι κάνανε τοιχογραφίες με θέματα από τη Βίβλο, όλοι μας περνούσαμε μια κρίση θρησκευτική και θέλαμε να την εκφράσουμε, αλλά με τρόπο avant-garde βέβαια, ένας είχε ζωγραφίσει το Θεό να ψωνίζει σ' ένα σούπερ-μάρκετ, μια κοπέλα είχε ζωγραφίσει τον Αδάμ τραβεστί...»

(από τον Υπνοβάτη της Μαργαρίτας Καραπάνου)