Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αισθητική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αισθητική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012

Οι διαβαθμίσεις και η εξέλιξη της ανθρώπινης ψυχής

Πισαρό: Μπουκέτο λουλουδιών
    Γράφει ο Ράσκιν στο Elements of Drawing (1857) όσον αφορά τις διαβαθμίσεις του χρώματος:

« Γιατί η αναγκαιότητα της διαβάθμισης του χρώματος δεν οφείλεται απλά και μόνο στο γεγονός ότι έτσι είναι η Φύση, αλλά στο ότι η αξία και η ομορφιά του χρώματος ως χρώμα εξαρτάται πιο πολύ από τις διαβαθμίσεις του, παρά από οποιαδήποτε άλλη ποιότητά του. Γιατί η διαβάθμιση είναι για το χρώμα ό,τι και οι καμπύλες για τη γραμμή. Ο ανθρώπινος νους βρίσκει ενστικτωδώς και τα δύο ωραία, ενώ και τα δύο εκφράζουν το νόμο της βαθμιαίας αλλαγής και προόδου στην ίδια την ανθρώπινη ψυχή.»

   Με άλλα λόγια, ο Ράσκιν συσχετίζει ένα φυσικό δεδομένο με μια πνευματική αρχή. Οι διαβαθμίσεις του χρώματος είναι κάτι που ο ανθρώπινος νους βρίσκει αυτομάτως ωραίο, γιατί η ίδια αρχή υπάρχει μέσα στην ψυχή του και στο σύμπαν ως νόμος. Παρακάτω εξηγεί:

«Τη διαφορά στην ομορφιά και μόνο μεταξύ μιας αδιαβάθμητης και μιας διαβαθμισμένης επιφάνειας, μπορεί εύκολα να την αντιληφθεί κανείς αν δίπλα σε μια πλακάτη ροζ επιφάνεια βάλει ένα ροδοπέταλο.»

(John Ruskin: The Elements of drawing, Dover, 1971, σ.147)

Το άγαλμα του Δία: απάντηση στον Πλάτωνα

«Αν όμως κάποιος περιφρονεί τις τέχνες διότι στη δημιουργία τους μιμούνται τη φύση, το πρώτο που πρέπει να του πούμε είναι ότι και τα φυσικά πράγματα είναι μιμήσεις άλλων. Έπειτα πρέπει να γνωρίζει ότι οι τέχνες δεν μιμούνται μόνο ό,τι βλέπουν, αλλά ανατρέχουν στους λόγους [λογικές αρχές] από τους οποίους απορρέει η φύση. Επιπλέον, οι τέχνες δημιουργούν και πολλά από μόνες τους και σε ό,τι λείπει κάτι του το προσθέτουν, μιας και κατέχουν την ωραιότητα. Άλλωστε και ο Φειδίας δεν έφτιαξε το άγαλμα του Δία έχοντας κάποιο αισθητό πρότυπο, αλλά συνέλαβε πώς θα γινόταν ο Δίας, αν αποφάσιζε να φανερωθεί στα μάτια μας.»

Πλωτίνος: 5η Εννεάδα, Περί του νοητού κάλλους

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012

Η προϊστορία του ορατού


Πάουλ Κλέε: Φρούτα σε κόκκινο, 1930

«...μαθαίνουμε να βλέπουμε πίσω από την εξωτερική όψη, να κατανοούμε τα πράγματα στη ρίζα τους. Μαθαίνουμε ν' αναγνωρίζουμε αυτό που κυλά από κάτω, να αντιλαμβανόμαστε την προϊστορία του ορατού...»

«...την ονομάζω ζωτική αλήθεια, γιατί είναι αυτές οι βασικές γραμμές που εκφράζουν την προϊστορία και την τωρινή πορεία του αντικειμένου. [...] Σε ένα δέντρο, φανερώνουν αυτά που αντιμετώπισε από την παιδική του ηλικία: πώς άλλα δέντρα μπήκαν μπροστά του και το παραγκώνισαν ή προσπάθησαν να το πνίξουν· πότε και πού κάποια άλλα το προστάτεψαν και μεγάλωσαν στοργικά μαζί του, λυγίζοντας όταν κι αυτό λύγιζε. Ποιοι άνεμοι το παίδεψαν, ποια κλαριά έφεραν τον περισσότερο καρπό... Να προσπαθείς πάντα να βλέπεις στη μορφή τις γραμμές που κυριάρχησαν στην προϊστορία του αντικειμένου και αυτές που θα κυριαρχήσουν στο μέλλον του.»

Ένα απόσπασμα από το δοκίμιο Exakte Versuche im Bereich der bildenden Kunst, 1928 (Ακριβή πειράματα στο χώρο της τέχνης) του Πάουλ Κλέε και ένα του Τζον Ράσκιν από το The Elements of Drawing (1857). Οι υπογραμμίσεις δικές μου.

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Η αλήθεια της φόρμας και η αλήθεια του χρώματος

   Στο Modern Painters I (II.V.1), ο Ράσκιν χρησιμοποιεί τις ιδέες του Τζον Λοκ όσον αφορά τις ιδιότητες των αντικειμένων (βλ. Δοκίμιο για την ανθρώπινη νόηση) για να αποδείξει ότι τα αντικείμενα δεν χαρακτηρίζονται από το χρώμα τους, αλλά από τη φόρμα (την οποία ορίζει ως σχέδιο με φως και σκιά). Σύμφωνα με τον Λοκ υπάρχουν τρία είδη ιδιοτήτων στα αντικείμενα, οι πρωταρχικές (π.χ. μέγεθος, έκταση, σχήμα, αριθμός, κίνηση ή ακινησία κλπ) οι οποίες δεν εγκαταλείπουν ποτέ το σώμα σε όποια κατάσταση κι αν αυτό βρίσκεται και όσες αλλαγές κι αν υποστεί, είτε τις αντιλαμβανόμαστε, είτε όχι· οι δευτερεύουσες, που είναι η δύναμη κάθε σώματος να δράσει πάνω στις αισθήσεις με οποιονδήποτε τρόπο (αισθητές ιδιότητες, π.χ. χρώμα, ήχος, γεύση) και οι οποίες δεν είναι εγγενείς στα αντικείμενα, αλλά υπάρχουν σε συνάρτηση με την δική μας αισθητηριακή αντίληψη αυτών και τρίτον η ικανότητα ενός σώματος να προκαλέσει αλλαγή σε άλλο σώμα ώστε το δεύτερο να δρα διαφορετικά πάνω στις αισθήσεις μας απ' ό,τι έκανε πριν.

   Δεδομένου ότι με βάση αυτή την διάκριση του Λοκ, την οποία ο Ράσκιν ενστερνίζεται, το χρώμα είναι μια δευτερεύουσα ιδιότητα (γιατί είναι αισθητό, μεταβλητό και σχετικό), αυτομάτως ο καλλιτέχνης που αμελεί την αλήθεια της μορφής έναντι της αλήθειας του χρώματος, επιλέγει μια κατώτερη αλήθεια έναντι μιας ανώτερης. Ο Ράσκιν στηρίζει αυτή του την ιδέα δείχνοντας πώς το χρώμα μεταβάλλεται ανάλογα με το φως και τον καιρό, πώς επηρεάζεται από τα γειτονικά χρώματα και πώς το κάθε μάτι αντιλαμβάνεται το χρώμα διαφορετικά. Ως εκ τούτου, είναι η μεταβλητότητα και η σχετικότητα του χρώματος που το καθιστά δευτερεύον για τον καλλιτέχνη.

  Ενώ όμως το χρώμα είναι όντως μεταβλητό και εν μέρει σχετικό (όπως έδειξαν στη δυτική ζωγραφική, για παράδειγμα, οι Ιμπρεσιονιστές) θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι το χρώμα είναι μια σταθερά, όχι ως τοπικό χρώμα, αλλά ως κύκλος δυνατοτήτων (δύναμη). Κι αυτό γιατί μέχρι στιγμής η φύση δεν μας έχει δώσει γαλάζιο τριαντάφυλλο (όσο κι αν το ονειρεύτηκαν οι ποιητές) και γιατί το χρώμα του κάθε αντικειμένου μέσα στη φύση σε όσες καταστάσεις κι αν βρεθεί και όσες αλλαγές κι αν υποστεί, έχει ένα όριο πέρα από το οποίο δεν μπορεί να πάει. Έτσι θα μπορούσαμε ενδεχομένως να πούμε ότι το τριαντάφυλλο ως νοητό είναι λευκοροζκιτρινοπορτοκαλοκόκκινο (βλέποντας ταυτόχρονα όλα τα δυνατά χρώματα που μπορεί ποτέ να έχει, τοπικά ή οπτικά), ποτέ όμως μπλε, μαύρο, καφέ ή πράσινο. Άλλωστε, θα μπορούσε ίσως να πει κανείς ότι οι πρωταρχικές ιδιότητες του Λοκ είναι νοητές, ενώ οι δευτερεύουσες, αισθητηριακές, γιατί οι μεν δεν εξαρτώνται από τον παρατηρητή και τις αισθήσεις, ενώ οι δε εξαρτώνται. Βλέποντας όμως τις δευτερεύουσες ποιότητες στην ολότητά τους ως δύναμη, τις βλέπουμε στη νοητή τους διάσταση (και όχι την αισθητηριακή) και εκεί αυτή η διάκριση καταρρίπτεται γιατί είναι τόσο ανεξάρτητες από την αντίληψη του υποκειμένου, όσο και οι πρωταρχικές. 

  Έτσι, το χρώμα στη νοητή του διάσταση είναι τόσο σταθερό και αμετάβλητο, όσο και η μορφή.

   Βέβαια, ο Ράσκιν δεν μιλάει καθόλου για τη σχετικότητα της μορφής, την οποία θεωρεί αναλλοίωτη, παρόλο που ένα κόκκινο τριαντάφυλλο μπορεί να έχει εκατό ή λιγότερα πέταλα, να είναι κοντό ή ψηλό, καλοφτιαγμένο ή όχι και τόσο. Πάνω σε αυτές τις γραμμές άλλωστε στηρίχτηκε και η συλλογιστική του Μπέρκλεϋ για να καταρρίψει το επιχείρημα του Λοκ περί αναλλοίωτων πρωταρχικών ιδιοτήτων.

   Πέρα όμως από τη φιλοσοφία του Λοκ και τις άπειρες συζητήσεις που έκτοτε έχει αυτή προκαλέσει, ο βασικός σκοπός όλης της συλλογιστικής του Ράσκιν στο συγκεκριμένο κεφάλαιο είναι να αποδείξει ότι δεν είναι το χρώμα αυτό που χαρακτηρίζει τα αντικείμενα (αλλά η φόρμα και το κιαροσκούρο).


   Σε μεταγενέστερο έργο του γράφει όσον αφορά τη σχέση μεταξύ χρώματος και μορφής (Seven Lamps of Architecture, Chapter IV: The Lamp of Beauty, §§ 36-38) ότι αν παρατηρήσουμε τα χρώματα της φύσης, θα δούμε ότι το χρώμα δεν ακολουθεί ποτέ τη μορφή. Υπάρχει και ποια είναι η μυστηριώδης σχέση που έχει η ανατομία της ζέβρας με τις ρίγες της ή της λεοπάρδαλης με τις βούλες της; Και ενώ όντως το ερώτημα για τη σχέση μεταξύ χρώματος και μορφής παραμένει καίριο και εξαιρετικά ενδιαφέρον, αυτομάτως σκέφτομαι όσον αφορά αυτό που χαρακτηρίζει τα πράγματα, ότι τόσο την ζέβρα, όσο και τη λεοπάρδαλη, περισσότερο τις χαρακτηρίζει το χρώμα τους από οτιδήποτε άλλο. Γιατί αν δούμε άσπρες και μαύρες ρίγες, όπως στο δέρμα μια ζέβρας, ή βούλες όπως στο σώμα μιας λεοπάρδαλης, χώρια από τα αντικείμενα που συνοδεύουν, το πρώτο πράγμα που θα μας έρθει στο μυαλό είναι η ζέβρα και η λεοπάρδαλη, και όχι κάποιος τοίχος ζωγραφισμένος με αυτά τα χρώματα και τα σχήματα. Ενώ αν δούμε τη σιλουέτα μιας ζέβρας χωρίς το χρώμα, μπορεί να νομίζουμε ότι βλέπουμε ένα άλογο ή οποιοδήποτε άλλο ζώο της οικογένειας των ιππιδών. Το ίδιο και για την λεοπάρδαλη.

   Ως εκ τούτου, το χρώμα ενίοτε μπορεί να χαρακτηρίζει τα αντικείμενα περισσότερο από τη φόρμα και γι' αυτό το λόγο θα πρέπει να ψάξουμε κάπου άλλου από τις πρωταρχικές και δευτερεύουσες ιδιότητες του Λοκ για να βρούμε αυτό που χαρακτηρίζει το κάθε αντικείμενο.

Τετάρτη 1 Αυγούστου 2012

Για τις γενικές και τις ειδικές αλήθειες

    Στο δεύτερο μέρος του πρώτου τόμου των Σύγχρονων Ζωγράφων, ο Ράσκιν παρουσιάζει μια σειρά επιχειρημάτων για τη σημασία που έχουν στη ζωγραφική οι ειδικές αλήθειες έναντι των γενικών  προκειμένου να υπερασπιστεί το έργο του Τέρνερ. Ο Τέρνερ όντας ανεξάντλητος σε φαντασία και ευρηματικότητα δεν ήταν εύκολο να καταταχτεί σύμφωνα με τα στερεότυπα της εποχής του και οι σύγχρονοί του προτιμούσαν να βλέπουν συνέχεια το ίδιο και το ίδιο στα έργα του Κλωντ Λωρραίν και του Πουσέν στο όνομα της γενικής αλήθειας που είχε ενστερνιστεί και διαδώσει ο πρώτος ακαδημαϊκός, o Σερ Τζόσουα Ρέυνολντς, παρά την ευρηματικότητα του Τέρνερ, το έργο του οποίου παρουσίαζε τη φύση και το φως της μέσα στις αέναες μεταβολές τους.
   'Ετσι ο Ράσκιν στους Σύγχρονους Ζωγράφους καταδεικνύει με διάφορα επιχειρήματα (βλ. Modern Painters vol 1, Part II, Section I, Chapter 3) πως οι γενικές αλήθειες δεν είναι σημαντικότερες από τις ειδικές ή τις μικρότερες αλήθειες.
   Υπάρχει όμως και άλλος ένας λόγος που συνηγορεί υπέρ αυτού: οι ειδικότερες ή μικρότερες αλήθειες, οι «λεπτομέρειες», παρουσιάζουν τη γενικότερη αλήθεια στην πληρότητά της. Η γενική αλήθεια μαζί με τις ειδικές είναι γενικότερη της γενικής αλήθειας που αγνοεί τα επιμέρους.

Πέμπτη 26 Ιουλίου 2012

Το αντισχέδιο

    Για πάρα πολλούς αιώνες η δυτική ζωγραφική έμεινε κοιμισμένη στα σκοτάδια. Για πάρα πολύ καιρό προσπάθησε να μιμηθεί την εξωτερική όψη των πραγμάτων, ξεγελώντας τον εαυτό της και τον θεατή.
    Αιώνες ολόκληρους το σχέδιό της (δηλ. το μάτι της) έμεινε υποταγμένο σε κανόνες εξωτερικών αναλογιών και των μεταξύ τους αντικειμενικών σχέσεων. Απέτυχε να κοιτάξει και να βρει τις θείες αναλογίες που εμψυχώνουν τα πράγματα. Για πάρα πολύ καιρό, προσπάθησε να αποδώσει τη φόρμα των αντικειμένων με κάλπικο κιαροσκούρο, αγνοώντας την ουσία της φόρμας που είναι η ψυχή των πραγμάτων.
   Αν αυτό υπήρξε το σχέδιο, τότε έχει έρθει ο καιρός να εφευρεθεί εκ νέου το αντισχέδιο. Το αντισχέδιο που είναι κανόνας και οπτική αντίληψη και κοιτάζει πώς η ουσία των πραγμάτων εκφράζεται στην εξωτερική τους όψη. 
   Οι Βυζαντινοί και οι Κινέζοι δεν μπήκαν ποτέ στη διαδικασία της απόλυτης αντικειμενικότητας. Οι σύγχρονοι καλλιτέχνες από την άλλη αγνόησαν εντελώς την εξωτερική όψη της πραγματικότητας ως το χωροθέατρο όπου εκφράζεται το θείο και προχώρησαν σε εντελώς υποκειμενικές διαδικασίες, οι οποίες μηδενικό έρεισμα είχαν στην αλήθεια.
   Το αντισχέδιο είναι η σύνθεση των δύο. Αδιαφορεί για την αντικειμενικότητα ως νεκρό γράμμα και αδιαφορεί για την υποκειμενικότητα ως το θέατρο του αληθινά παραλόγου. Αντιθέτως, κοιτάζει πώς το θείο πραγματώνεται στη Φύση και αυτό προσπαθεί να συλλάβει. Σ' αυτή του την προσπάθεια, η τυραννία της πραγματικότητας, όπου η ζωγραφική προσεγγίζει την αντικειμενικότητα της αρχιτεκτονικής καταργείται, και η εξωτερική όψη των πραγμάτων έχει σημασία μόνο στο βαθμό που υπηρετεί τις ιδέες που εκφράζονται μέσα από αυτή. 
   Αυτό είναι το αντισχέδιο.

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012

Τα μιμητικά έθνη και ο νατουραλισμός της δυτικής ζωγραφικής

    Κάνω μια ανασκόπηση στη δυτική ζωγραφική από την Αναγέννηση και μετά και συνειδητοποιώ γιατί στην Ελλάδα οι διαφορετικές αντιλήψεις και τα ρεύματα που επικράτησαν στη δυτική Ευρώπη, ίσως και να μην μπορούσαν ποτέ να ριζώσουν ή να καρποφορήσουν στην Ελλάδα. Τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που έγινε στη Δύση. Αυτό για πολλούς διαφορετικούς λόγους, ο σημαντικότερος εκ των οποίων δεν είναι οι εντελώς διαφορετικές κοινωνικοπολιτιστικές συνθήκες, η ιστορία, η Τουρκοκρατία και τα σχετικά. Όχι. Ο σημαντικότερος λόγος που η Ελλάδα δεν μπόρεσε ποτέ να συμμετάσχει με την ψυχή της στα δυτικά ρεύματα και δρώμενα είναι επειδή το φως του Ελληνικού πνεύματος είναι εντελώς διαφορετικό.
   Οι Έλληνες δεν έβλεπαν ποτέ τα πράγματα με τον τρόπο που τα έβλεπαν οι Ευρωπαίοι. Δεν τους ενδιέφερε ποτέ η απομίμηση της πραγματικότητας με τον τρόπο που το έκαναν οι Δυτικοί. Τους νατουραλιστές και ρεαλιστές ζωγράφους που προσπαθούν να ξεγελάσουν τον θεατή επιδιώκοντας τη δημιουργία εικονικών αντιγράφων της πραγματικότητας, ο Πλάτωνας τους απορρίπτει από την Πολιτεία του.
   Όταν οι καλλιτέχνες στην Αναγέννηση ανακάλυψαν εκ νέου την γραμμική προοπτική και τη λειτουργία του φωτός και της σκιάς στη δημιουργία της ψευδαίσθησης της πραγματικότητας, και την εντύπωση της προβολής και της υποχώρησης για τη δημιουργία του χώρου που συνεχίστηκε στο μπαρόκ με τον Ρούμπενς χρωματικά και τον Ρέμπραντ κιαροσκουρικά, στην πραγματικότητα δεν ανακάλυπταν τίποτα περισσότερο απ' όσα ήδη γνώριζε η αρχαία Ελληνική ζωγραφική. Ο νατουραλισμός που βρήκε την αποθέωσή του στους Ρωμαίους και στους Ελληνιστικούς χρόνους, όπως άλλωστε επιβεβαιώνεται από τα γραφόμενα στο 35ο βιβλίο της Φυσικής Ιστορίας του Πλίνιου και από έργα όπως τα περίφημα πορτρέτα Φαγιούμ, είχε ήδη δρομολογηθεί από τα τέλη του 5ου αιώνα όταν η Αθήνα πέρασε πια στην φθίνουσα φάση της, με τον Απολλόδωρο που «πρώτος επιχείρησε να αποδώσει την εξωτερική όψη των πραγμάτων» (όπως μας λέει ο Πλίνιος, παρ.60) και τον Ζεύξη τα σταφύλια του οποίου ξεγέλασαν τα πουλιά (παρ. 65).  
   Το Ελληνικό Φως όμως δεν κρύπτει την πραγματικότητα, αλλά την αποκαλύπτει. Γι΄αυτό ακριβώς το λόγο δεν έχει ανάγκη ούτε να δώσει την ψευδαίσθηση της πραγματικότητας, ούτε να ξεγελάσει το θεατή. Ακόμα και σε κινήματα του 19ου αιώνα όπου η ζωγραφική είχε αρχίσει να απελευθερώνεται από την ψευδαισθητική τυραννία της απατηλής ομοιότητας, το δυτικό φως δεν μπόρεσε να υπερβεί τα όριά του. Ακόμα και στα έργα ενός Μονέ για παράδειγμα, η παλέττα και το φως είναι σεληνιακό και εκεί που προηγουμένως αναγκαζόταν να συμπτυχθεί σε προβάλλουσες σφαιρικές φόρμες μέσω αρμογών και προσεκτικών διαβαθμίσεων, τώρα κάνει μετατροπία και μεταφράζεται χρωματικά σε μια σεληνιακή παλέτα που είναι γέννημα θρέμμα του Ζιβερνύ.
      Ας πάψει λοιπόν το Ελληνικό Πνεύμα να προσπαθεί να μιμηθεί το δυτικό φως, γιατί ούτε το χρειάζεται, ούτε και έχει να ζηλέψει κάτι από αυτό.

Τετάρτη 30 Μαΐου 2012

Η αλήθεια και η δύναμη της Ιδέας

Γράφει ο Ruskin στο Modern Painters I:

«Το έργο που έχει τις ευγενέστερες και περισσότερες ιδέες, ακόμα κι αν έχουν αυτές εκφραστεί άχαρα, είναι σπουδαιότερο και καλύτερο από αυτό που έχει λιγότερες και λιγότερο ευγενείς ιδέες ακόμα κι αν έχουν αυτές εκφραστεί τέλεια. Κανένα βάρος, κανένας όγκος, και καμία τελειότητα στην εκτέλεση δεν μπορεί να ξεπεράσει ένα κόκκο ή ένα ψήγμα σκέψης.»

Και λίγο παραπάνω:

«Για παράδειγμα, οι περισσότεροι πίνακες της Ολλανδικής Σχολής με εξαίρεση τα έργα του Ρούμπενς, του Βαντάυκ και του Ρέμπραντ δεν είναι τίποτα άλλο από μια φανταχτερή επίδειξη της δύναμης του λόγου του καλλιτέχνη, άχρηστες κι ανόητες λέξεις που αρθρώθηκαν καθαρά και φωναχτά. Ενώ οι πρώιμες προσπάθειες του Τσιμαμπούε και του Τζιόττο είναι τα πύρινα λόγια της προφητείας που βγήκαν τραυλίζοντας από το στόμα νηπίων.»

Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

Ένα σχόλιο για το Ωραίο


Ένα σχόλιο που κάνει ο ποιητής Τζέραρντ Mάνλυ Χόπκινς (Gerard Manley Hopkins) για την προέλευση του Ωραίου:

«Φαίνεται λοιπόν ότι δεν είναι η τελειότητα δύο (ή παραπάνω) πραγμάτων αφ' εαυτών που γεννά το Ωραίο, αλλά τα δύο αυτά πράγματα όπως φαίνεται το ένα στο φως του άλλου. Το Ωραίο [...] είναι σχέση και η σύλληψή του σύγκριση.»

(It seems then that it is not the excellence of any two things (or more) in themselves, but those two things as viewed by the light of each other, that makes beauty. Beauty ... is a relation, and the apprehension of it a comparison.)


(On the Origin of Beauty: A Platonic Dialogue, 1865)



Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2012

Το φως του οφθαλμού & ο Ρέμπραντ

   «Ποτέ το μάτι δεν θα έβλεπε τον ήλιο αν δεν αποκτούσε ηλιακή φύση» λέει ο Πλωτίνος στην Πρώτη Εννεάδα του. «Γιατί αυτό που βλέπει πρέπει για να θεάται να είναι συγγενές προς το ορώμενο και όμοιό του». Κάποιους αιώνες πιο πριν ο Εμπεδοκλής και ο Πλάτωνας πίστευαν ότι κατά την τέλεση της όρασης, θείο πυρ εξέρχετο από τους οφθαλμούς, σαν φανάρι, και φώτιζε τα αντικείμενα.



   Παράλληλα ξέρουμε ότι με τον ίδιο τρόπο που ο φακός της φωτογραφικής μηχανής εστιάζεται σε ένα πεδίο και αυτό το πεδίο είναι ορατό και ευκρινές, ενώ ό,τι μένει έξω από αυτό, θολό και ασαφές, έτσι και ο βασικός μηχανισμός του ματιού εστιάζεται σε ένα πεδίο το οποίο είναι ευκρινές (κεντρική όραση), ενώ ό,τι βρίσκεται στην περιφέρεια μας φαίνεται θολό. Αυτό είναι ένα γεγονός που τείνουμε να προσπεράσουμε (αν και φαίνεται να ήταν γνωστό τουλάχιστον από τον Λεονάρντο ντα Βίντσι) γιατί η οπτική μας κουλτούρα, με την επίφαση του ρεαλισμού που την χαρακτηρίζει, τείνει να μας πείσει ότι αυτό που βλέπουμε είναι η ευκρινής αλήθεια. Ταυτόχρονα, όταν κοιτάζουμε ένα θέμα αυτό που βλέπουμε είναι μια νοητική εικόνα που δημιουργείται στη μνήμη από τις πληροφορίες που συλλέγει το μάτι καθώς κινείται γοργά πάνω στο θέμα. Έτσι, στο νου μας όλα είναι καθαρά. Αν εστιάσουμε όμως μόνο σε ένα σημείο, μόνο αυτό το σημείο που είναι το κέντρο της όρασης θα είναι ευκρινές. 
   Με τον ίδιο τρόπο, όλο σχεδόν το έργο του Ρέμπραντ χαρακτηρίζεται από ένα κέντρο που είναι το κέντρο του φωτός. Όσο τα αντικείμενα απομακρύνονται από αυτό το κέντρο χάνουν την ευκρίνειά τους και λιώνουν στις σκιές, όπως οι εξωτερικοί πλανήτες ενός ηλιακού συστήματος βυθίζονται στο σκοτάδι του διαστήματος καθώς απομακρύνονται από τον ήλιο ή όπως ένας θεατρικός προβολέας ακολουθεί και φωτίζει μόνο ένα κομμάτι της σκηνής. Ο τρόπος με τον οποίο δομεί, λοιπόν, ο Ρέμπραντ τα έργα του είναι άμεσα συναφής με τον μηχανισμό της όρασης, την κεντρική  και την περιφερειακή. Ό,τι είναι στο κέντρο είναι φωτεινό και ευκρινές. Ό,τι στην περιφέρεια σκοτεινό και ασαφές. Έτσι, στο έργο του και όπως πίστευαν οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και ίσως πριν από αυτούς οι Αιγύπτιοι, είναι το μάτι, σαν προβολέας, που γεννάει το φως.

Ρέμπραντ: Νυχτερινή περίπολος (1642)

Ρέμπραντ: Η Υπαπαντή (1631)

Ρέμπραντ: Η Αποκαθήλωση (1633)

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011

Παράδοση και Υπέρβαση


   Έχουμε αναφερθεί ήδη αρκετές φορές στο θέμα της πρωτοτυπίας, της αντιγραφής και των παραλλαγών σε ένα θέμα. Ενώ στην δυτική τέχνη και ξεκινώντας από την Αναγέννηση ο καλλιτέχνης σιγά-σιγά χειραφετείται από την παράδοση και επιβεβαιώνει ποικιλοτρόπως την ατομικότητά του, σε άλλες περιόδους και πολιτισμούς η έμφαση δεν είναι στην εξατομίκευση, ούτε στην υπογραφή. Έτσι, ενώ στην τέχνη της Αναγέννησης βλέπουμε έργα που είναι βασισμένα πάνω στα ίδια βασικά εικονογραφικά πρότυπα (π.χ. ο Ευαγγελισμός) τα οποία είναι δουλεμένα από διαφορετικούς καλλιτέχνες με τρόπο που προσιδιάζει στο ύφος του κάθε καλλιτέχνη, στην Βυζαντινή τέχνη οι αποκλίσεις είναι πολύ μικρότερες και φτάνουμε στον 18ο αιώνα να αποθησαυρίζονται τα εικονογραφικά πρότυπα της Βυζαντινής τέχνης με την "Ερμηνεία" του Διονυσίου του εκ Φουρνά. Κάτι ανάλογο συνέβαινε και στην Κινέζικη τέχνη για πάμπολλους αιώνες (όπου μάλλον το πιο γνωστό αντίστοιχο της "Ερμηνείας" στη Δύση είναι το περίφημο The Mustard Seed Garden Manual of Painting). 
   

Θεοφάνης ο Έλληνας: Η Παναγία του Ντον
 Θεοτόκος Γλυκοφιλούσα (Η Επίσκεψις)

Η Παναγία του Βλαντιμίρ



   Παρατηρούμε όμως ότι παρόλο που στη Βυζαντινή τέχνη (όπως και στην Κινέζικη) οι καλλιτέχνες επιλέγουν να ακολουθήσουν πιστά την παράδοση, μέσα στην ίδια την παράδοση υπάρχει δυναμική ανανέωση και εξέλιξη. Οι βυζαντινοί καλλιτέχνες μάς έχουν δώσει αριστουργήματα τα οποία δεν είναι απλά όμορφα, αλλά και πρωτότυπα. Γιατί η κάθε αλλαγή, η κάθε επέμβαση, ο κάθε νέος και διαφορετικός τρόπος προσέγγισης του ίδιου αυτού θέματος -όσο μικρός κι αν είναι- έρχεται ως αποτέλεσμα φοβερού στοχασμού και εμβάθυνσης σε αυτό και στην συλλογική εικαστική μνήμη από την οποία αναδύθηκε. Έτσι γίνεται η ανανέωση της παράδοσης, όπου κάθε μικρή αλλαγή συσσωρεύεται και εμπλουτίζει το υπάρχον λεξιλόγιο, δημιουργώντας πολλαπλασιαστικά και όχι αθροιστικά νέες δυνατότητες και συλλαμβάνοντας πράγματα που ήταν παρόντα μόνο in absentia ως φαντασία. 

   Τόσο στην Βυζαντινή τέχνη, όσο και στην Κινέζικη οι καλλιτέχνες δεν φοβόντουσαν να αντιγράψουν τους μεγάλους δασκάλους του παρελθόντος, γιατί τα μεγάλα αριστουργήματα που τους είχαν κληροδοτηθεί δεν είχαν ούτε χαρακτήρα ιδιοκτησίας, ούτε "ταμπού" (με τη φροϋδική έννοια). Αντιθέτως, ήταν το βήμα πάνω στο οποίο πατούσαν για να πάνε παραπέρα. Γιατί ο μόνος τρόπος να φτιάξεις ένα αριστούργημα είναι να αντιγράψεις ένα, αφού όμως πρώτα το έχεις κάνει τόσο δικό σου, ώστε να το υπερβείς. Το αποτέλεσμα -όπως μάς έχουν αποδείξει οι Κινέζοι και οι Βυζαντινοί- είναι πάντα αναπάντεχο. Και πρωτότυπο.  

Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2011

Ο ντετερμινισμός της ύλης και η εκδίκηση του πνεύματος

   Ανατρέχοντας κανείς σε κάποια έργα Αμερικανών Ιμπρεσσιονιστών ζωγράφων παρατηρεί ότι οι θεμελιώδεις αρχές τους μπορεί να είναι οι ίδιες και να φέρουν το ίδιο όνομα (ιμπρεσσιονισμός) με αυτές των Γάλλων εμπνευστών τους, οι εκδηλώσεις όμως αρκετά διαφορετικές. Με άλλα λόγια, άλλος ο Ιμπρεσσιονισμός του Μονέ και του Ρενουάρ και άλλος του Χάσμ και του Χώθορν. Η διαφορά στην οποία θέλω να επικεντρωθώ εδώ, δεν είναι τόσο ζήτημα στυλ και ύφους, ούτε αισθητικών αρχών, αλλά του τόπου που τους γέννησε.

 (Childe Hassam, Εκκλησία στο Ολντ Λάιμ του Κονέκτικατ)

   Ένα από τα βασικότερα ζητήματα που εξετάζει η ιστορία της τέχνης είναι οι παράγοντες που επηρεάζουν τη γένεση και την εξέλιξη ενός κινήματος. Συνήθως, η θεώρηση είναι κοινωνικο-πολιτική ή οικονομική σε σχέση με αυτά που είχαν προηγηθεί και την περιρρέουσα πολιτισμική ατμόσφαιρα της εποχής. Μένει δηλ. στη σφαίρα του ιδεατού και πολύ συχνά αγνοεί την ύλη και το περιβάλλον ως ύλη και υλικό. Όταν όμως πραγματευόμαστε τις εικαστικές τέχνες και μάλιστα μία σχολή που έδωσε εξαιρετική σημασία στο τοπίο, υπάρχει ένας παράγοντας που αν και παραμελημένος, είναι καθοριστικός: αυτός του κλίματος, του εδάφους, των καιρικών συνθηκών που επηρεάζουν την όραση και την πρόσληψη του τοπίου. Ειδικά όταν πρόκειται για ένα εικαστικό κίνημα του οποίου η βάση υπήρξε το φως και οι μεταβολές της ατμόσφαιρας και της φύσης. Με άλλα λόγια, γιατί ο ιμπρεσιονισμός γεννήθηκε στη Βόρεια Γαλλία και όχι στη Μεσόγειο ή την Κίνα; Και σε ποιο βαθμό η ιδιαίτερη ύλη του τόπου που τον γέννησε έπαιξε καθοριστικό ρόλο;

   Ίσως να είναι αδύνατο να γνωρίζουμε γιατί εκεί κι εκείνη τη στιγμή και όχι κάπου αλλού. Αυτό όμως που είναι εμφανές είναι ότι ο τόπος όπου γεννήθηκε το επηρέασε καθοριστικά. Άλλο το φως του Ζιβερνύ και άλλο του Λάιμ στο Κονέκτικατ. Άλλος ο ουρανός του Παρισιού κι άλλος του Cos Cob. Αυτός είναι ο ντετερμινισμός της ύλης, ο ίδιος ντετερμινισμός που έκανε τον Πάουλ Κλέε να αναφωνήσει "είμαι ζωγράφος!" όταν τον χτύπησε το φως και το χρώμα της Τυνησίας. 

(Μονέ, Ο Σηκουάνας στο Ζιβερνύ)

   Και αυτή είναι η εκδίκηση του πνεύματος: η γονιμοποίηση της ύλης με μια ιδέα, η οποία γεννά συνεχώς νέες και αναπάντεχες μορφές. Γιατί μπορεί ο ιμπρεσιονισμός να γεννήθηκε στη Γαλλία, αλλά το πνεύμα που εκφράστηκε μέσα από αυτόν, δεν έπαψε ποτέ να παράγει νέες και διαφορετικές μορφές, των οποίων η ιδιαιτερότητα και ο χαρακτήρας ήταν αποτέλεσμα της ύλης που τις έντυσε, καθιστώντας έτσι το κίνημα διεθνές και υπερβαίνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο το υλικό και προσωπικό στοιχείο που το γέννησε. 

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2011

Από παιδί αναρωτιόμουν...

...τα χρώματα που βάζουν οι μεγάλοι ζωγράφοι στα έργα τους είναι αυτά που βλέπουν ή αυτά που τους αρέσουν; Αν βάλεις εκατό άτομα να σου γράψουν μια έκθεση με το ίδιο θέμα, θα έχεις εκατό ριζικά διαφορετικές εκθέσεις. Αν βάλεις εκατό άτομα να μεταφράσουν το ίδιο κείμενο, θα έχεις εκατό πολύ διαφορετικές μεταφράσεις. Και όταν σε ένα πείραμα, ζήτησαν από τους αυτόπτες μάρτυρες ενός συμβάντος να περιγράψουν το συμβάν, είχαν τόσες περιγραφές όσους και μάρτυρες. Και μάλιστα αντικρουόμενες και διαφορετικές μεταξύ τους περιγραφές, γιατί άλλα έλεγε ο ένας κι άλλα έλεγε ο άλλος.



Άρα, γιατί κάτι ανάλογο να μην ισχύει και στη ζωγραφική;

Κι όμως. Η αυτονόητη, φυσιολογική και σχεδόν δεδομένη υποκειμενικότητα της όρασης είναι κάτι που δεν μπορώ εύκολα να δεχτώ. Όταν κοιτάζουμε το ίδιο πράγμα, αυτό που βλέπουμε είναι το ίδιο; Ή μήπως όχι; Κι αν τελικά δεν βλέπουμε το ίδιο πράγμα, τότε o κόσμος που βλέπουμε είναι αναγκαστικά κατακερματισμένος. Και η αλήθεια απροσπέλαστη. Πώς μπορούμε να ξέρουμε αν αυτό που βλέπουμε είναι σωστό; Υπάρχει κάποιο πρότυπο; Η απόλυτη όραση; Η αντικειμενική όραση; Το ερώτημα παραμένει: οι μεγάλοι ζωγράφοι βάζουν τα χρώματα που βλέπουν και παρατηρούν στη φύση ή αυτά που τους αρέσουν;

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Δύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι' Αυτήν.

Θυμάμαι την έκθεση του γνωστού εικαστικού και σκηνοθέτη Peter Greenaway με τίτλο "One hundred objects to represent the world" (Βιέννη, 1992), στην οποία ένα από τα εκθέματα ήταν ένα αληθινό μωρό που κλαψούριζε όλη την ημέρα.

Ή το show του Αμερικανού James Turrell με τίτλο Heavy Water, όπου οι επισκέπτες του έπρεπε να κάνουν στην κυριολεξία βουτιά στο νερό. Και άλλα πολλά ανάλογα...


Εγώ πάλι θαρρώ πως η κυριολεκτική αντιμετώπιση των πραγμάτων από τους σύγχρονους εικαστικούς, ουσιαστικά καταργεί το ρόλο της τέχνης που είναι να αναπαριστά, να εφευρίσκει και να ανακαλύπτει την πραγματικότητα εκ νέου.

Ζωγραφίζω ένα ποτήρι και το ποτήρι που ζωγραφίζω παρουσιάζει αυτό που βλέπω και τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο βλέπω και ο οποίος -στην καλύτερη των περιπτώσεων- είναι Ιδέα (και όχι έννοια).  Και δεδομένου ότι αυτό που βλέπω είναι αυτό που σκέφτομαι, γιατί ο νους βλέπει και ο νους ακούει, ζωγραφίζοντας ή εν πάση περιπτώσει "δημιουργώντας ένα έργο τέχνης", δημιουργώ την πραγματικότητα από την αρχή μέσα από το νου μου. Και παρουσιάζω τις ιδέες που κουβαλάω μέσα μου. Αρνούμενος να δω και δίνοντας το δεδομένο ως δεδομένο (και το μωρό ως μωρό), τι δίνω;

Το ζητούμενο είναι η αποκάλυψη.